θώς
' a collection of things i like ' ~ θως: thos
Θθ: ⟨th⟩ / θήτα / 'θita / THEE-tah ('th' as in 'thin')
τσακάλι, θηλαστικό σαρκοφάγο της οικογένειας των κυνιδών, κυριολεκτικά αυτός που καταβροχθίζει.
jackal / carnivorous mammal of the family canidae / he who devours.
θώς
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+
+